Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Συναυλία των υακίνθων

Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή και μάζεψε τα μαλλιά της νύχτας
αυτής που ονειρεύεται γυμνό το σώμα της. Έχει πολλούς ορίζοντες,
πολλές πυξίδες, και μια μοίρα που καίει ακούραστη κάθε φορά και τα
πενήντα δύο χαρτιά της. Ύστερα ξαναρχίζει με κάτι άλλο - με το
χέρι σου, που του δίνει μαργαριτάρια για να βρει έναν πόθο, ένα νη-
σίδιο ύπνου.

Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή κι αγκάλιασε την πελώριαν
άγκυρα που ηγεμονεύει στους βυθούς. Σε λίγο θα 'ναι στα σύννεφα.
Κι εσύ δε θα καταλαβαίνεις, μα θα κλαις, θα κλαις για να σε φιλήσω,
κι όταν πάω ν' ανοίξω μια σχισμή στο ψέμα, έναν μικρό γαλανό φεγ-
γίτη στη μέθη, θα με δαγκάσεις. Μικρή, ζηλιάρα της ψυχής μου
σκιά, γεννήτρα μιας μουσικής κάτω απ' το σεληνόφωτο

Στάσου λιγάκι πιο κοντά μου.

Εδώ - μέσα στα πρώιμα ψιθυρίσματα των πόθων, ένιωσες για πρώτη
φορά την οδυνηρή ευτυχία του να ζεις! Μεγάλα κι αμφίβολα πουλιά
σχίζαν τις παρθενιές των κόσμων σου. Σ' ένα σεντόνι απλωμένο
έβλεπαν οι κύκνοι τα μελλοντικά τους άσματα κι από κάθε πτυχή της
νύχτας ξεκινούσαν τινάζοντας τα όνειρά τους μες στα νερά, ταυτίζον-
τας την ύπαρξή τους με την ύπαρξη των αγκαλιών που προσμέναν.

Μα τα βήματα που δεν έσβησαν τα δάση τους αλλά στάθηκαν στη
γλαυκή κόχη τ' ουρανού και των ματιών σου τι γύρευαν; Ποιο ένα-
στρο αμάρτημα πλησίαζε τους χτύπους της απελπισίας σου;
Μήτε η λίμνη, μήτε η ευαισθησία της, μήτε το εύφλεκτο φάντασμα
δυο συνεννοημένων χεριών δεν αξιώθηκαν ποτέ ν' αντιμετωπίσουν
ένα τέτοιο ρόδινο αναστάτωμα.

Έμβρυο πιο φωτεινής επιτυχίας - μέρα λαξεμένη με κόπο πάνω στ'
αχνάρια του αγνώστου.
Όσο πληρώνεται το δάκρυ, ξεφεύγει απ' τον ήλιο.
Κι εσύ που μασάς τις ώρες σου σαν πικροδάφνη γίνεσαι οιωνός τρυ-
φερού ταξιδιού μες στην αθανασία.

Πέντε χελιδόνια - πέντε λόγια που έχουν εσένα προορισμό. Κάθε
λάμψη κλείνει απάνω σου. Πριν απλοποιηθείς σε χόρτο αφήνεις τη
μορφή σου απάνω στο βράχο που πονεί ανεμίζοντας τις φλόγες του
προς τα μέσα. Πριν γίνεις γεύση μοναξιάς τυλίγεις τα θυμάρια θύ-
μησες.

Κι εγώ, φτάνω πάντοτε ίσια στην απουσία. Ένας ήχος κάνει το ρυ-
άκι, κι ό,τι πω, ό,τι αγαπήσω μένει άθικτο στους ίσκιους του. Αθωό-
τητες και βότσαλα στο βυθό μιας διαύγειας. Αίσθηση κρυστάλλου.

Περνώντας και παίρνοντας το χνούδι της ηλικίας σου ονομάζεσαι
ηγεμονίδα. Φέγγει το νερό σε μια μικρή παλάμη. Όλος ο κόσμος
ανακατώνει τις μέρες του και στη μέση της μέθης του φυτεύει ένα
μάτσο γυακίνθους. Από αύριο θα' σαι η επίσημη ξένη των αποκρύ-
φων σελίδων μου.

Μέσα στα δέντρα τούτα που θα επιζήσουνε το αίθριο πρόσωπό σου.
Η αγκαλιά που θα μετατοπίσει έτσι απλά τη δροσιά της. Ο κόσμος
που θα μείνει χαραγμένος εκεί.

Ω τα κλεισμένα λόγια που έμειναν μες στους φλοιούς των ελπίδων,
στους βλαστούς των νιόκοπων κλαριών μιας φιλόδοξης μέρας - τα
κλεισμένα λόγια που πικράνανε τ' ομοίωμά τους κι έγιναν οι Υπερη-
φάνειες.

Συγκίνηση. Τα φύλλα τρέμουν ζώντας μαζί και ζώντας χωριστά πάνω
στις λεύκες που μοιράζουν άνεμο. Πριν απ' τα μάτια σου είναι αυτός
που φυγαδεύει αυτές τις θύμησες, αυτά τα βότσαλα - τις χίμαιρες! Η
ώρα είναι ρευστή κι εσύ στυλώνεσαι πάνω της ακάνθινη. Συλλογίζο-
μαι αυτούς που δε δεχτήκανε ποτέ ναυαγοσωστικά. Που αγαπούν το
φως κάτω απ' τα βλέφαρα, που σαν μεσουρανήσει ο ύπνος άγρυπνοι
μελετούνε τ' ανοιχτά τους χέρια.

Και θέλω να κλείσω τους κύκλους που άνοιξαν τα δικά σου δάχτυλα,
να εφαρμόσω επάνω τους τον ουρανό για να μην είναι πια ποτέ ο
στερνός τους λόγος άλλος.
Μίλησε μου· αλλά μίλησε μου για δάκρυα.

Στο βυθό της μουσικής τα ίδια πράγματα σ' ακολουθούν μετουσιωμέ-
να. Η ζωή παντού μιμείται τον εαυτό της. Κι εσύ κρατώντας το φώ-
σφορο στην παλάμη σου κυκλοφορείς ασάλευτη μέσα στις ίνες της
πελώριας τύχης. Και τα μαλλιά σου ποτισμένα στην Ενάτη καμπυ-
λώνουν τις θύμησες και περνούν τους φθόγγους στο στερνό αέτωμα
της αμφιλύκης.

Πρόσεξε! Η φωνή που άλλοτε ξεχνούσες ανθίζει τώρα στο στήθος
σου. Το κοράλλι αυτό που ανάβει ολομόναχο είναι το τάξιμο που δεν
έστερξες ποτές σου. Κι η μεγάλη πυρά που θα σ' αφάνιζε είναι αυτός
ο ανάλαφρος ίλιγγος που σε δένει μ' απόχρωση αγωνίας στα λοίσθια
των μενεξέδων.
Στο βυθό της μουσικής συνταξιδεύουμε...

Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο. Σε πήρα όπως εσύ πήρες την αμεταχείρι-
στη φύση και τη λειτούργησες είκοσι τέσσερις φορές στα δάση και
τις θάλασσες. Σε πήρα μέσα στο ίδιο ρίγος που αναποδογύριζε τις λέ-
ξεις και τις άφηνε πέρα σαν ανοιχτά και αναντικατάστατα όστρακα.

Σε πήρα σύντροφο στην αστραπή, στο δέος, στο ένστιχτο. Γι' αυτό
κάθε φορά που αλλάζω μέρα σφίγγοντας την καρδιά μου ως το ναδίρ,
εσύ φεύγεις και χάνεσαι νικώντας την παρουσία σου, δημιουργώντας
μια μοναξιά Θεού μια πολυτάραχη ανεξήγητη ευτυχία.
Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο από κείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε
Σένα

Ακόμα μια φορά μέσα στις κερασιές τα δυσεύρετα χείλη σου. Ακόμα
μια φορά μέσα στις φυτικές αιώρες τ' αρχαία σου όνειρα. Μια φορά
μέσα στ' αρχαία σου όνειρα τα τραγούδια που ανάβουν και χάνονται.
Μέσα σ' αυτά που ανάβουν και χάνονται τα ζεστά μυστικά του κό-
σμου. Τα μυστικά του κόσμου.

Ψηλά στο δέντρο των άσπρων ταξιδιών με το εωθινό κορμί σου χορ-
τάτο από μαΐστρο ξεδιπλώνεις τη θάλασσα που γυμνή παίρνει και δί-
νει τη ζωή της στα γυαλιστερά φύκια. Φέγγει το διάστημα και πολύ
μακριά ένας άσπρος ατμός σφίγγεται στην καρδιά του σκορπίζοντας
τα χίλια δάκρυα. Είσαι λοιπόν εσύ που ξεχνάς τον Έρωτα μες στα
ρηχά νερά, στα ύφαλα μέρη της ελπίδας. Εσύ που ξεχνάς μέσα στα
μεσημέρια φλόγες. Εσύ που σε κάθε λέξη πολύχρωμη βιάζεις τα φω-
νήεντα συλλέγοντας το μέλι τους στην καρποδόχη!

Όταν γυρίσει το φύλλο της ημέρας και βρεθείς άξαφνα ξανθή κι η-
λιοκαμένη μπρος στο μαρμάρινο αυτό χέρι που θα κηδεμονεύει τους
αιώνες θυμήσου τουλάχιστον εκείνο το παιδί που φιλοδοξούσε κατα-
μόναχο μες στην οργή του πόντου να συλλαβίσει την ανυπέρβλητη
ομορφιά της ομορφιάς σου. Και ρίξε μια πέτρα στον ομφαλό της θά-
λασσας, ένα διαμάντι μέσα στη δικαιοσύνη του ήλιου.

Πάρε μαζί σου το φως των γυακίνθων και βάφτισέ το στην πηγή της
μέρας. Έτσι κοντά στ' όνομά σου θα ριγήσει ο θρύλος, και το χέρι
μου νικώντας τον κατακλυσμό θα βγει με τα πρώτα περιστέρια.

Ποιος θα προϋπαντήσει αυτό το θρόισμα, ποιος θα τ' αξιωθεί σιμά
του, ποιος είναι αυτός που θα σε προφέρει πρώτος όπως προφέρει ο
μέγας ήλιος το βλαστάρι!

Κύματα καθαρίζουνε τον κόσμο. Καθένας ψάχνει το στόμα του. Που
είσαι φωνάζω κι η θάλασσα τα βουνά τα δέντρα δεν υπάρχουν.

Πες μου τη νεφελόπαρτη ώρα που σε κυρίεψε όταν η βροντή προη-
γήθηκε της καρδιάς μου. Πες μου το χέρι που προχώρησε το δικό
μου χέρι μέσα στην ξενιτιά της θλίψης σου. Πες μου το διάστημα και
το φως και το σκοτάδι - το παρείσαχτο κυμάτισμα ενός τρυφερού
ιδιωτικού Σεπτέμβρη.
Και σκόρπισε την ίριδα, στεφάνωσε με.

Να ξαναγυρίζεις στο νησί της αλαφρόπετρας μ' ένα τροπάριο ξε-
χασμένο που θα ζωντανεύει τις καμπάνες δίνοντας θόλους ορθρι-
νούς στις πιο ξενιτεμένες θύμησες. Να τινάζεις τα μικρά περβόλια
έξω από την καρδιά σου κι υστέρα πάλι να φιλεύεσαι απ' την ίδια
τους θλίψη. Να μη νιώθεις τίποτε πάνω απ' τους αυστηρούς βράχους
κι όμως η μορφή σου ξαφνικά να μοιάζει με τον ύμνο τους. Να σε
παίρνουν τ' ανώμαλα πέτρινα σκαλιά ψηλά ψηλά κι εκεί να καρδιο-
χτυπάς έξω απ' την πύλη του καινούριου κόσμου. Να μαζεύεις δάφνη
και μάρμαρο για την άσπρη αρχιτεκτονική της τύχης σου.
Και να 'σαι όπως γεννήθηκες, το κέντρο του κόσμου.

Η μαγνητική βελόνα κινδυνεύει. Όπου και να γυρίσει θαμπώνεται
από το φλογοβόλο πρόσωπο της εγκάρδιας ανατολής. Πέτα λοιπόν
τους γυακίνθους, τρέξε πάνω από τρυγητούς αφρών προς το ευοίωνο
εξαφτέρυγο άγγελμα!

Η ανάσα του μέλλοντος αχνίζει έμψυχα δώρα.

Κρύψε στο μέτωπο σου τ' άστρο που θέλησες να βρεις μέσα στο πέν-
θος. Και μ' αυτό προχώρησε και μ' αυτό πόνεσε πάνω απ' τον πόνο
των ανθρώπων. Κι άφησε το λαό των άλλων να χαμηλώνει. Εσύ ξέ-
ρεις πάντοτε περισσότερα. Γι' αυτό άλλωστε αξίζεις και γι' αυτό σαν
σηκώνεις τη σημαία σου ένα χρώμα πικρό πέφτει στις όψεις των
πραγμάτων που παρομοιάζουν τον τιτάνιο κόσμο.

Τίποτε δεν έμαθες απ' αυτά που γεννήθηκαν κι απ' αυτά που πεθάνα-
νε κάτω απ' τους πόθους. Κέρδισες την εμπιστοσύνη της ζωής που δε
σ' εδάμασε και συνεχίζεις τ' όνειρο. Τι να πουν τα πράγματα και ποια
να σε περιφρονήσουν!

Όταν αστράφτεις στον ήλιο που γλιστράει επάνω σου σταγόνες κι α-
θάνατους γυακίνθους και σιωπές, εγώ σ' ονομάζω μόνη πραγματικό-
τητα. Όταν γλιτώνεις το σκοτάδι και ξανάρχεσαι με την ανατολή,
πηγή, μπουμπούκι, αχτίδα, εγώ σ' ονομάζω μόνη πραγματικότητα.

Όταν αφήνεις αυτούς που αφομοιώνουνται μες στην ανυπαρξία και
ξαναπροσφέρεσαι ανθρώπινη, εγώ από την αρχή ξυπνώ μέσα στην
αλλαγή σου...
Μην παίζεις πια. Ρίξε τον άσο της φωτιάς. Άνοιξε την ανθρώπινη
γεωγραφία.

Μελαχρινή μαρμαρυγή - νανούρισμα των βλεφάρων πάνω απ' τη
μυθική απλωσιά του κόσμου.
Είναι καιρός που ρίχτηκε η σιωπή κατάστηθα στον άνεμο, είναι
καιρός που ο άνεμος ένα ένα ονομάτισε τα σωθικά της.

Τώρα η φύση πιάνεται απ' το χέρι τρέχοντας πέρα σαν παιδί, ξαφνιά-
ζοντας τα μάτια της μ' έναν γαλάζιο παραπόταμο μ' ένα φωταγωγημέ-
νο φύλλωμα, μ' ένα σύννεφο καινούριο σε μορφή αιθρίας. Κι εγώ -
σκαλίζοντας την καρδιά της καρυδιάς, πασπατεύοντας την άμμο της
ακρογιαλιάς, βυθομετρώντας το απέραντο διάστημα έχασα τα σημά-
δια που θα σε γεννούσανε. Πού είσαι λοιπόν όταν στερεύει την ψυ-
χή ο νοτιάς κι η Πούλια νεύει στη νυχτιά να λευτερώσει το άπειρο,
πού είσαι!

Αυτό το μπουμπούκι της φωτιάς θ' ανοίξει όταν εσύ βαφτίσεις αλ-
λιώς την παπαρούνα σου.
Από τότε, όπου και να γεννηθείς πάλι, όπου και να καθρεφτιστείς,
όπου και να συντρίψεις τ' ομοίωμα σου, το πάθος μου θα βρίσκεται
στον Απρίλη του ανοίγοντας με την ίδια οδυνηρή ευκολία τις εφτά
συλλογισμένες φλόγες του.

Τόσο φως, που κι η γυμνή γραμμή απαθανατίστηκε. Το νερό σφάλισε
τους όρμους. Το μονάκριβο δέντρο ιχνογράφησε το διάστημα.
Τώρα δε μένει παρά να 'ρθεις εσύ ω! σμιλεμένη από την πείρα των
ανέμων και ν' αντικαταστήσεις το άγαλμα. Δε μένει παρά να' ρθεις
εσύ και να γυρίσεις τα μάτια σου προς το πέλαγος που πια δε θα 'ναι
άλλο από τ' ολοζώντανο το αδιάκοπο το αιώνιο ψιθύρισμά σου.
Δε μένει παρά να τελειώσεις στους ορίζοντες.

Έχεις μια γη θανάσιμη που τη φυλλομετράς αδιάκοπα και δεν κοιμά-
σαι. Τόσους λόφους λες, τόσες θάλασσες, τόσα λουλούδια. Κι η μια
καρδιά σου γίνεται πληθυντική εξιδανικεύοντας την πεμπτουσία
τους. Κι όπου κι αν προχωρήσεις ανοίγεται το διάστημα, κι όποια λέ-
ξη κι αν στείλεις στο άπειρο μ' αγκαλιάζει. Μάντεψε, κοπίασε,
νιώσε: Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος.


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

3 σχόλια:

  1. πολλά ωραίο, έκαμε με να σκεφτώ, να πεθυμίσω, να χαμογελάσω τζιαι να συγκινιθω... να ΄σαι καλά που το έβαλες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @Nipenthes
    Έβαλα το παραπάνω για μένα. Για να το έχω φυλαγμένο. Είμαι σίγουρος ότι ελάχιστοι το εδιαβάσαν ολόκληρο, πόσο μάλλον να το σχολιάσουν.
    Όντως κάμνει σε να προβληματιστείς, να σκεφτείς, να γελάσεις τζαι να κλάψεις μαζί. Για διάφορα πράματα. Ξεχωριστά για τον καθένα μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μα δεν σε προλαβαίνω..και this is so beautiful to go unnoticed..

    Ο χορός των υακίνθων πάντα φέρνει μου κάτι καταθλιπτικό στο μυαλό μου..

    Το αγαπημένο μου που τούντη συλλογή είναι 'Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος
    Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
    Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.' αλλά εν θυμούμαι που πιο part είναι..έχω το σημειωμένο στο βιβλίο που έκαμναμε ποίηση στο σχολείο..αν και είμαι Καβαφική I cannot deny οτι ο Ελύτης μπορεί να συγκινήσει όποιον τον διαβάζει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...