Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος

* από το ομώνυμο βιβλίο του Λέων Τολστόϊ

Η ιστορία μιλάει για έναν αγρότη, τον Παχόμ που ο ίδιος απόκτησε περιουσία και τα υπάρχοντα του τα πολλά, άναψαν μέσα του μια επιθυμία να αποκτήσει όλο και πιο πολλά.

“Η τύχη το έφερε και συνάντησε ο Παχόμ έναν άλλο αγρότη που ήρθε από πάνω από τον Βόλγα και επίσης έναν πλανόδιο έμπορο που ταξίδευε από μέρος σε μέρος. Από αυτούς, λοιπόν, ο Παχόμ έμαθε για απέραντες εκτάσεις γης που μπορούσε να τις αποκτήσει καθένας για «ένα κομμάτι ψωμί» όπως λέμε, από κάποιους που έμεναν πολύ μακριά, και ήταν νομάδες, είχαν ζώα και μετακινούνταν από μέρος σε μέρος. Αυτούς τους έλεγαν «Μπασκίρς.»

Μια και δυο λοιπόν ο Παχόμ ξεκίνησε, ταξίδεψε και έφτασε σε εκείνη την μακρινή γη. Το έδαφος ήταν παρθένο και απαλό σαν την παλάμη του ανθρώπου και μαύρη όπως ο σπόρος της παπαρούνας, και το χορτάρι έφτανε ψηλά ως το στήθος.

«Και ποια είναι η τιμή;» ρώτησε ο Παχόμ.

«Η τιμή μας είναι πάντοτε η ίδια: χίλια ρούβλια την ημέρα» του απάντησαν

Ο Παχόμ δεν καταλάβαινε.

«Την ημέρα; Τι είδους τιμή είναι αυτή; Πόση έκταση είναι αυτό;»

«Δεν ξέρουμε να το υπολογίσουμε» είπε ο αρχηγός τους.

«Το πουλάμε με την ημέρα. Όσο μπορείς να περπατήσεις σε μια μέρα, όσο σε πηγαίνουν τα πόδια σου και αντέχεις για μια μέρα να πηγαίνεις, είναι δικό σου, και η τιμή είναι πάντα χίλια ρούβλια.»

Ο Παχόμ έχασε τη μιλιά του από την έκπληξη.

«Ναι,» είπε, «αλλά σε μια μέρα μπορώ να προλάβω να περπατήσω και να καλύψω ένα τεράστιο μέρος από γη.»

Ο αρχηγός τους γέλασε.

«Θα είναι όλο δικό σου!» του είπε. «Αλλά υπάρχει ένας όρος. Θα πρέπει την ίδια μέρα να επιστρέψεις στο μέρος από το οποίο ξεκίνησες. Αν δεν επιστρέψεις στο μέρος από όπου ξεκίνησες, τα λεφτά σου είναι χαμένα».

Εκείνο το βράδυ ο Παχόμ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όμως πριν χαράξει αποκοιμήθηκε και άρχισε να ονειρεύεται. Ονειρευόταν πως ήταν σε μια δικιά του σκηνή και πως άκουσε να γελούν απ’ έξω. Τόλμησε και βγήκε έξω και είδε τον αρχηγό των Μπασκίρς να κάθεται έξω από την σκηνή και να κρατά την κοιλιά του από τα γέλια και να κυλίεται γύρω-γύρω γελώντας. Καθώς πλησίασε πιο κοντά κατάλαβε πως δεν ήταν ο αρχηγός των Μπασκίρ αλλά εκείνος ο πλανόδιος έμπορος που είχε συναντήσει στην δική του γη, και σαν είδε ακόμη πιο καλά κατάλαβε πως ήταν ο αγρότης που είχε βρει, που είχε έρθει πάνω από τον Βόλγα. Αλλά τελικά δεν ήταν ούτε αυτός, ήταν ο διάβολος ο ίδιος με κέρατα και πόδια ζώου, με οπλές που τα κτυπούσε κάτω ελαφρά. Μπροστά από τον διάβολο ήταν ξαπλωμένος ένας ξυπόλυτος άνδρας που φορούσε μόνο παντελόνι και πουκάμισο.

Και καθώς ονειρευόταν ο Παχόμ, πήγε πιο κοντά να δει τι άνθρωπος ήταν αυτός, και διαπίστωσε πως ήταν νεκρός και πως ήταν… ο εαυτός του!

Τρομοκρατημένος ο Παχόμ πετάχτηκε επάνω. «Τι μπορεί να ονειρεύεται ο άνθρωπος!» σκέφτηκε.

Ο Παχόμ έφτασε στην πεδιάδα εκείνη που είχαν συμφωνήσει καθώς ο ουρανός άρχιζε να κοκκινίζει. Έβαλε τα χίλια ρούβλια στο γούνινο καπέλο του αρχηγού που το είχε βάλει στο χώμα, και ξεκίνησε. Το βήμα του δεν ήταν ούτε αργό, ούτε γρήγορο. Όσο όμως περπατούσε στην γη έκανε πιο μεγάλα βήματα γιατί η γη σε κάθε βήμα που έκανε φαίνονταν και πιο ωραία. Μάλιστα σε μια προσπάθεια να συμπεριλάβει μέσα ένα πολύ ωραίο λιβάδι, πήγε πολύ μακριά πριν να βάλει το σημάδι που είχε μαζί του, και να αρχίσει να γυρίζει πίσω. Έτσι κύλησε η μέρα και τώρα βιαζόταν και περπατούσε πραγματικά γρήγορα κάτω από τον καυτό ήλιο που όμως είχε αρχίσει να δύει.

Κατακουρασμένος αφού έκανε κύκλο τέτοια μεγάλη έκταση ο Παχόμ γύριζε πίσω στο λοφάκι από όπου είχε ξεκινήσει περπατώντας με δυσκολία, σέρνοντας τα πόδια του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε σαν των παλιών σιδεράδων το φυσερό, η καρδιά του χτυπούσε σαν σφυρί, τα πόδια του άρχιζαν σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπουν. Σε λίγο έβλεπε ο Παχόμ τον λόφο και τους Μπασκίρς να του φωνάζουν.

Και ο Τολστόι κλείνει την ιστορία:

«Ο Παχόμ κοίταξε τον ήλιο που είχε αγγίξει την γη. Η μια πλευρά του είχε ήδη χαθεί. Με όση δύναμη του απέμενε βιάστηκε τόσο πολύ που έγερνε το κορμί του μπρος τα εμπρός ίσα-ίσα που τα πόδια του ακολουθούσαν ώστε να μην πέσει. Με το που άγγιξε τον λοφίσκο ξαφνικά σκοτείνιασε. Κοίταξε ψηλά, ο ήλιος είχε ήδη δύσει! Φώναξε με αγωνία: «όλος μου ο κόπος πήγε χαμένος,» και ενώ σκεφτόταν να σταματήσει άκουσε τους Μπασκίρς να του φωνάζουν και θυμήθηκε πως αν και για αυτόν που ήταν χαμηλά ο ήλιος είχε δύσει, για αυτούς όμως που ήταν στην κορυφή ο ήλιος ακόμη φαινόταν. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ανέβηκε πάνω στον λόφο. Εκεί ήταν ακόμη φως. Και καθώς έφτασε στην κορυφή είδε τον σκούφο. Δίπλα από αυτόν καθόταν ο αρχηγός γελώντας και έχοντας τα χέρια στη μέση του. Πάλι ο Παχόμ θυμήθηκε το όνειρό του και έβγαλε μια κραυγή. Τα πόδια του τον εγκατέλειψαν, έπεσε μπροστά και άρπαξε το καπέλο (με τα ρούβλια) στα χέρια του…-πέθανε από την υπερβολική προσπάθεια.

Ο υπηρέτης του σήκωσε μια αξίνα και έσκαψε ένα λάκκο μακρύ αρκετά για να χωράει τον Παχόμ και τον έθαψε εκεί. Έξι πόδια, όσο από το κεφάλι στις πατούσες του, τόσο του έλειπε για να φτάσει στον στόχο του.»

ο τάφος του Τολστόϊ


Πόση γη χρειάζεται στ' αλήθεια ένας άνθρωπος; 
Η πλεονεξία, η απληστία είναι αρρώστια που μολύνει την ψυχή μας.

Κι όπως έλεγε ο μακαρίτης ο παππούς μου:

Πράξεις να κάμνουμεν καλές
για να σωθεί η ψυshή μας,
τρεις πήχες άπλυτον παννίν
θα πάρουμε μαζί μας

19 σχόλια:

  1. Τούτη γη εν δανεική αλλά ποιος το καταλάβει; Ωραίο κείμενο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα. Φαίνεται πολύ ωραίο βιβλίο Ίνβικτε. Αξίζει τον κόπο να το διαβάσω;

    Τελικά το πάρεργο της ανθρώπινης φύσης είναι η ματαιοδοξία...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @AEnima
    Έτσι είναι αλλά κανένας εν μπορεί (ή εν θέλει) να το συνειδητοποιήσει. Η γη εννάν δαμέ πάντα, εμείς είμαστεν περαστικοί

    @HeatJo
    Διδακτικό βιβλίο. Σίγουρα κάτι έχεις να κερδίσεις. Ματαιοδοξία και πλεονεξία...κακός συνδυασμός!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλημέρα,έχει δίκαιο ο αγαπημένος σου παππούς!Ευτυχώς το κατάλαβα σχετικά νωρίς στη ζωή μου,και νιώθω πολύ καλά.Είναι ωραίο συναίσθημα να τελειώνει η μέρα και να είσαι εντάξει με τον εαυτό σου.Όσο για το βράδυ,το καλύτερο μαξιλάρι είναι η ήσυχη συνείδηση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλημέρα!
    Πολύ ευγνώμων για αυτό το ποστ, τόσο για το περιεχόμενο όσο και για το ...περιεχόμενο! :))))))))))))))))))

    Σοφός ο παππούς σου. Η γιαγιά μου ελάλεν "Ίντα εννά τα πάρω μιντά μου;"
    τζι έσουζε την κελλέ της με ύφος. Και το παννί δηλαδή,πάλε η γη θα το φάει.
    Συνειδητοποιούμε την πραγματικότητα ή όχι; Πόσοι καταφέρνουν να επιστρέψουν στο σημείο έναρξης;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καλημέρα Φρεντ. είπες τα ούλλα στο ποστ. που μένα πάρε ένα χαμόγελο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. @Kou/pa
    Μα τούτη είναι η ουσία της ζωής. Εν τζι εν να πάρουμε τίποτε μαζί μας. Τζαι όντως, η ήσυχη συνείδηση εν το πιο μαλακό μαξιλάρι :)

    @thalassamov
    Δεν τα συνειδητοποιούμε ντήαρ. Στα λόγια ίσως. Στην πράξη απέχουμε πολλά που τη θεωρία.

    @Αππωμένη
    Ο Τολστόϊ τα είπε, εγώ δεν είπα τίποτε. Το χαμόγελο όμως πιάννω το :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Έτσι ένι, θκυό μέτρα γής αναλογούν στον καθένα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ωραίο, απλό και κατανοητό. Τραγουδάκι απλό και σχετικό;;

    http://www.youtube.com/watch?v=UN1s0UInByE

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. @kaisi
    "όλοι δύο μέτρα παίρνουν γη" που λαλεί τζαι το λαϊκό άσμα

    @takeiteasy
    Γεια σου ρε takeiteasy! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. πολλά ωραίο το κείμενο...

    κακό timing όμως..σήμερα έχω ραντεβού με τον αρχιτέκτονα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Πολλά όμορφο θεκιούυυυυ
    ο τάφος του Τολστόι εν υπέροχος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. @Rania
    Καθόλου κακό timing. Δαμέ εν για οικόπεδα που μιλούμεν, εσύ εν θα μιλήσεις για οικόπεδο :Ρ

    @marilou
    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. πελλάρες.
    εγώ δέχουμαι να φακκώ γυρούς τζιαι με 100,000 ευρώ την ημέρα!

    τζιαι με 1,000,000!

    χαρχαρχαρχαρχααααρ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Η υπερβολική προσπάθεια σκοτώνει!
    χμ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. @Neraida
    Και όσο πιο ψηλός, τόσο πιο πολλή η δουλειά για τον υπηρέτη!
    χμ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. έθελεν μου τζαι το λιβάδι. εν τον εκάνεν να κάμει ένα κυκλούι τζιαμέ κοντά!

    :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...