Γύρισ' ημέρα το πρωΐν
σαν ήταν στην κουζίνα
γυρίζει στο Θεόφιλο
τζαι απορεί η Κατίνα:
Εψές σάμπου εφάνην μου
περίεργον το ύφος σου
εγίνην τίποτε τζι εν λαλείς
τζαι μέσα σου τωρά κρατείς
τζι εβάρυνεν το στήθος σου;
Ο Θεόφιλος εξξιππάστηκεν
τούτον εν το καρτέραν
τζι αμήχανον χαμόγελον
εκούρτησεν τζι εγέλαν
Τίποτε εν εγίνηκεν
μωρό μου μεν φοάσαι
έτο ήμουν νάκκον πιούμενος
τζι ένιωθα σγιαν πεξούμενος
μεν μου το συλλοάσαι
Να πάτε πόψε στο καλόν
εις το δικό σας πάρτι
τζαι να περάσετε καλά
η νύχτα σαν εννάρτει
Εγέλασεν το μουτσούνιν της
τζι που 'ταν λυπημένη
η σκέψη της επήεν μακριά
μπας τζι έγινεν καμιά λαθκιά
τζαι ήταν αγχωμένη
Ήρτεν η νύχτα που λαλείς
τζι εν ώρα για το hens της
εσυναχτήκασιν πολλές
τζι ήρτασιν ούλλες κουρτιστές
να 'βρουν τες αντοχές της
Η Κίκα, η Στάλω, η Δέσποινα
η Γιόλα τζι η Αφροδίτη
τζι η Παναγιώτα φυσικά
που έβαλεν το σπίτι
Ήταν πως θα πηέννασιν
σε club για μαργαρίτας
αλλά εμετανώσασιν
τζι αλλιώς τα καταστρώσασιν
τα σχέδια της νύχτας
Στο Little Buddha αρχικά
τα sushi τους να φάσιν,
στης Παναγιώτας ύστερα
ώς το πρωΐν να πάσιν
Τζαι σαν κουμέρα η Γιώτα μας
επήρεν πρωτοβουλία
το τί θα γίνετουν μετά
εν άλλη ιστορία
Εν τζι έξερεν η Κατινού
ήνναμπον τούτα σούσια
μα είπαν της πως εν καλά
χαβιάρια ιαπωνικά
τζι έτσι εν εκάμεν κούτζια
Τζαι δως του τόνους, σολωμούς
τζαι φύτζια με το ρύζι
ώχχομου τζι επεινάσαμεν
τζι ο τζοίλιος κουρκουρίζει
Έπιαεν τζι η Κατίνα μας
ξυλούθκια τζαι παλιώννει
μα το φαΐν στο πιάτον της
καθόλου εν ιγκώννει
Ρε που να μείνουν γέριμα
ήνταλος τρων γαμώτα;
Πούντα πηρούνια τους σιόρ
τζαι τούτα εν τζαι φτυχώ τα
Οι άλλες εγελούσασιν
έτσι που την θωρούσιν
τρώσιν τζίνες καλά-καλά
αμμ' άν τζαι βοηθούσιν!
Πιάννει που λες η Κατινού
τζαι τρώει με το shέριν
τα νεύρα μου εσπάσασιν
αφού εν μας εβάλασιν
με πρότσαν με μαshέριν!
Είshεν τζαι κάτι πράσινον
δίπλα μες το κουππούιν
έτσι μαππούα στροτζυλή
ούλον που ναν χαππούιν
Είδεν το μιαν, είδεν το θκιό
εν τζι εκατάλαβεν το
ώστι να πεις, ώστι να δεις
τζαι βούκκον έβαλέν το
Αμάνα μου ήντα λαμπρόν!
Εκρούσαν τα σωθικά της
φέρτε νερόν, φέρτε πολλύν
τζαι άψαν τα βλατζιά της!
Έμπηξεν μιάλην παουρκάν
τζι εγίνην πομηλόριν
ζήτημαν αλλό μιαν μπουτσιάν
να έφαεν με το ζόριν
Αμάνα μου ήντα κακόν
ήνναμπον τούντο πράμαν
Γιατί εν μου το είπετε
τζι ούλλες σας με αφήκετε
να φύρνουμαι στο κλάμαν;
Με τούτα τζαι τζίνα ετζύλισεν
το δείπνον εις του Βούδα
τζι ισιώσασιν για της Γιωτούς
που είshεν άshημους σκοπούς
πιον για την Κατινούδα
Αντάν τζι εμπήκαν του σπιθκιού
εφήκαν την Κατίναν
να πλώσει πας τον καναπέ
τζι οι άλλες επήαν αλά-πρατσιέ
ούλλες εις την κουζίνα
Κοπέλλες όπως είπαμεν,
κουβέντα μεν σας φύει!
Είπεν η οικοδέσποινα,
συμφώνησεν τζι η Δέσποινα
το μμάτιν της σαν κλείει
Άμαν τζι επλώσαν ούλλες τους
λες τζι ήταν στες Μπαχάμες
επήεν η οικοδέσποινα
να φέρει τες πυζιάμες
Πυζιάμες σέξυ με σατέν
της νύφης με δαντέλλαν
τάχα να νιώθουν άνετες
να πουν καμιάν κουβένταν
Έβαλεν τους τζαι μουσική
κκέφιν για να τους κάμει
τζι έφερεν κάμποσα ποτά
να πιουν να φκάλουν νάμι
Τί βότκες, τί κρασιά είshεν
τί ούζα, τί τεκίλες
τζαι κούννες για το τσίλλημα
τυρκά -άπαχα το ευτύχημα-
για να μεν κάμουν μίλλες
Τζαι ττάππον να παίζ' η μουσική
τζαι δώστου ποτά τζαι γέλια
οι shύλλοι του γειτόνου τους
ελάσσαν πας τα ττέλλια
Κορούες σάμπου εν δυνατά
νομίζω η μουσική μας
τζι εννα μας λαπορτάρουσιν
οι αστυνομικοί μας
Πίννε ολάν τζαι μεν λάμνεις
η νύχτα εν δική μας!
Τζι αν θέλω πομπαρίσκω την
τωρά τη μουσική μας!
Είshεν έννοιαν η Κατινού
η αλήθκεια τούτη ένι,
ήντα να κάμει όμως τωρά
αφού καμιά εν της κλουθά
βρίσσει τζαι υπομένει
Εΐβα Κατίνα μου καλή
πιε νάρτεις εις το κκέφιν
τζι εννα σου βάλω λαϊκά
τζι εννα σου δώκω ντέφιν!
Εΐβα μια, εΐβα θκιό
τζαι δώστου άσπρον πάτον
ούλλα γυρόν γυρίζουσιν
εγίνην αεροπλάνον
Τζαι μες τα πολλά τα χάχχανα
τζιαμέ όπως γελούσιν
πιάννει την ο Θεόφιλος
να δει το πώς περνούσιν
Κατίνα το τηλέφωνον
παίζει, μα εν το εθώρες;
απάντα το ρε Γιόλα μου
ποιός ένι έτσι ώρες;
Κατίνα εν ο Θεόφιλος
ρωτά το πώς περνάς
να σου τον δώκω θέλεις τον
οξ' αύριον μιλάς;
♪♫ Μη ρωτάς πως περνάω... ♪♫
Αμάνα μου, δυνάμωστο
τζαι τούτον εν το τραούδιν μου
πας το τραπέζιν εννα φκώ
τζι ας δείτε το βρακούδιν μου
Θεόφιλε περνά καλά
τζαι μεν έshεις την έννοιαν της
λαλεί του η Γιόλα θκιό ππαλλιές
γλέπει την η κουμέρα της
Η ώρα επέρναν γλήορα
τζι έρεεν το ποτόν τους
τζαι πλέον η ώρα έφτασεν
να φάσιν το...κοκκόν τους
Τζαι παίζει το κουδούνιν τους
Κατίνα άνοιξε κόρη
τζαι χαμηλώνουν τη φωνή
στο ράδιον που αντηφωνεί
τζι ακούεται ως τα όρη
Αννοίει η Κατίνα η φτωshή
τζι έμεινεν χασκιασμένη
με τζίνον που είδεν έμεινεν
βουβή τζαι χλωμιασμένη
Τζαι μπαίννει έσσω άξξιππα
μπάτσος γεροδεμένος
με τη στολή, το όπλο του
τζαι νάκκον θυμωμένος
Έτο εγιώ ελάλουν σας
εννα μας λαπορτάρουν
αμάνα μου μανούλλα μου
τωρά τί εννά μας κάμουν;
Η Κατινού αγχώθηκεν
τζι έτρεμεν η φωνή της
τζι αντάν τζι ερώτησεν ο πόλισμαν
για ποιάν εν π' ον το στόλισμαν
εβρέχτην το βρατζιήν της
Συγχώρα μας κύριε μπάτσο μου
τζι εν θα το ξανακάμουμεν
τζαι που το ρεύμαν το CD
ευτύς εννα το φκάλλουμεν!
Κάτσε κάτω! εφώναξεν
ο μπάτσος θυμωμένα
τζαι βάλλει την τζαι κάθεται
για ούλλες σας τούτη τωρά
πκιερώννει τα σπασμένα!
Φκάλλει τες χειροπαίδες του
πιστάγκωνα την δίννει
τζίνη τρέμει τζαι μάσιεται
καθόλου εν σιουρκάζεται
τζαι ξεροκαταπίννει
Ευτύς διά το σύνθημα
τζι η μουσική αρκέφκει
τζι όπως εστάθηκεν καρτζιήν
αρκέφκει να χορεύκει
Οι άλλες αρκέψασιν σφυρκές
αφού ήταν μιλημένα
τζι η νύφη πιον εκατάλαβεν
πως ήταν ούλλα στημένα
Τζαι φκάλλει το καππέλλον του
τζαι της Κατίνας φορεί το
τζαι πιάννει τζαι το ρόπαλο
τζαι στέκει τζαι κρατεί το
Τζαι δώστου σούσμαν το κορμί
τζαι δώστου σφυρκές οι άλλες
το ρόπαλον του βάλλει το
πουκάτο που τες μασχάλες
Η νύφη θωρεί τζαι σιέρεται
τζίνος χορόν καπάλιν
μάσσιαλλα όμως του παιθκιού
τζι ότι φάει εν χαλάλιν
Τζαι φκάλλει το πουκάμισον
τζαι φαίνουνται οι νεύρες
δοξάζω τον τον Πλάστη μου
μα δέτε τον, εν φέττες!
Πετάσσει τζαι το πουκάμισον
τζαι φκάλλει τζαι τη ζώνη
τυλίει την γυρόν που τον λαιμόν
της Κατινούς που λιώνει
Η νύφη νομίζει φύρνεται
στης Γιώτας τα σαλόνια
τζι ούλλες μαζίν αρκέφκουσιν:
τα ποξαμάθκια ππέφτουσιν
τζι π' ον έχουσιν δόγκια!
Μάσσιαλλα σου λεβέντη μου
που φτάννεις ως το δώμαν
τζι έshεις αντζιελικόν το δειν
τζι αλάβαστρον για σώμαν!
Δίχα ν' αφήκει τον χορό
φκάλλει το παντελόνιν
τζι αμέσως ετυλίχτηκεν
μ 'έναν σατέν σεντόνιν
Τζι όπως χορεύκει τζι τζαι δα
τραβούν του το τζαι φεύκει
μινήσκει με το σώβρακον
τζαι της κουμέρας νεύκει
Που την κουζίνα φέρνει του
τη σαντιγύ σε σπρέϋ
τζαι βάλλει πας το στήθος του
τζι αφήννει το να ρέει
Τζι εππέσαν ούλλες πάνω του
λυσσιάρες για να γλύψουν
λες τζι είχαν φόον μέσα τους
οι κρέμες πως θα λείψουν
Φύετε ούλλες σας τωρά
γλύψετε νουκατίνα
τζι εν κάμνει για τα δόγκια σας
μπάτσο, come to Katina!
Κοντεύκει τζαι κάθεται πάνω της
τζαι τρίφεται πόλα σέλα
τζαι τζίνης που το τρεμουσιόν
φακκά της η μασέλλα
Φακκά η καρκιά μου ττοππουζιές
το γαίμαν μου το βράζεις
μα τον Θεόν λαλώ σου το
Οσίαν εσού κολάζεις!
Πιάννει τζίνος το σπρέϋ του
τζαι κρέμες πασαλείφκεται
που τον λαιμόν στ' αρφάλιν του
τζαι πάνω της ούλλον τρίφεται
Τζαι τζίνη γλύφει σαντιγύ
λες τζι εν είδεν ποττέ της
ήβρες το σύκον σήκωστο
ελάλεν τζι η στετέ της
Ως το αρφάλιν του έφτασεν
γυρίζει τζαι θωρεί τον
βάλε τζαι νάκκον πιο κάτω
θερμά παρακαλεί τον
Φκάλλει λοιπόν το σώβρακον
το τέρας ποτυλίεται
τζαι το σεντόνιν το σατέν
πιάννει τζι ευτύς τυλίεται
Πιάννει πιτά το σπρέϋ του
πουκάτω στο σεντόνι
τζαι βάλλ' η νύφη τη κκελλέ
ευτύς τζαι αντακώννει
Το σεντόνιν πάει τζι έρκεται
τζι η νύφη εν σκουλλισμένη
τζαι φκαίνει με shείλη ολόασπρα
τζαι αναμαλλιασμένη
Τζαι φκάλλει της τα ρούχα της
τζαι σαντυγί της βάλλει
εν η δική του η σειρά
τα shείλη να γλυκάνει
Τζι όπως η γλώσσα του περνά
τρέμει όπως το ψάρι
τζαι ευτύς αναστενάζοντας
λαλεί του θέλει τρέμοντας
στα ουράνια να την πάρει
Φκάλλει τες χειροπαίδες της
τζαι παν στα ιδιαίτερα
ναν μόνοι τους δίχα κοινό
να κάμουν τα ετσέτερα
Τζαι
τί σου κάμνω μάνα μου
τζαι
αχ τζαι
ωχ τζαι
πάλε
τζι ώσπου μπορείς, τζι όσον μπορείς
μεν το σκεφτείς τζαι βάλε
Ύστερα π' όναν δίωρον
ανοίξασιν τζι εφκήκαν
τζι ολόϊσια μέσα στο ντουsh
επιάσασιν τζι εμπήκαν
Άμαν τζαι ελουθήκασιν
τζι οι εξάψεις τους εκάτσαν
εντύθηκην το λεβεντόνιν τους
τζι άφηκεν το σεντόνι τους
με μιαν μεγάλην τάτσαν
Τζι αφού εκαληνυχτήσασιν
τον μπάτσον με το μούσιν
εκάμασιν τζι έναν καφέν
lavazza για να πιούσιν
Τζαι πε μας κόρη Κατινού
ήταν καλός ο μπάτσος;
Έωκες του τζαι έαψεν,
ήταν πολλά καπάτσος;
Έναν πράμαν μόνον θα πω
τζιμέσα μανιshοί μας
δοξάζω τον τον Πλάστη μου,
εχάρην η ψυshή μας!
Η ώρα όμως επέρασεν
τζαι πρέπει να πάω έσσω
ευχαριστώ σας ούλλες πολλά
μα πρέπει να πα να ππέσω
Συνεχίζεται...